Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΑΦΗΣΕΤΕ ΠΙΣΩ ΣΑΣ ΤΙΣ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ;

Ο κάθε ένας από εμάς θα βιώσει πόνο, προδοσία και απογοήτευση.  Εκείνο που έχει σημασία είναι πώς διαχειριζόμαστε αυτά τα συναισθήματα. Όπως λέει ο Dalai Lama, «Ο πόνος είναι αναπόφευκτος.  Το να υποφέρουμε είναι προαιρετικό». Αυτό που εννοεί είναι ότι αν και είναι αδύνατον να αποφύγουμε δύσκολες εμπειρίες, επιλέγουμε αν τα αρνητικά γεγονότα ή οι άνθρωποι συνεχίζουν να μας επηρεάζουν. 

Έχει ενδιαφέρον ότι η λέξη «υποφέρω» προέρχεται από μια λατινική λέξη η οποία σημαίνει «μεταφέρω». Συνεχίζουμε να κουβαλάμε μαζί μας την πικρία μας ή συναισθήματα που μας θυμίζουν ότι έχουμε πληγωθεί; Ή μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας τα συναισθήματα αυτά και να συνεχίσουμε την ζωή μας;

Στην ζωή μου έχω υπάρξει πάρα πολύ επιτυχημένος στο να υποφέρω.  Επί χρόνια, στα 20 μου, κουβαλούσα μαζί μου τον πόνο και την απώλεια της απόρριψης από μία κοπέλα.  Αν και θα έπρεπε να γνωρίζω καλύτερα – καθώς είχα σπουδάσει ψυχολογία – δεν ήξερα πώς να αφήσω πίσω μου αυτό που πίστευα ότι ήταν τα βαθιά μου συναισθήματα γι’ αυτήν, ή την απελπισία από το γεγονός ότι δεν ήθελε να αποτελεί πλέον μέρος της ζωής μου. Το αληθινό πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα τα εργαλεία να ανταπεξέλθω στον συναισθηματικό πόνο.

Πολλοί από εμάς δεν τα έχουν.  Μπορεί να μας είναι δύσκολο να αφήσουμε πίσω μας την πικρία της απόρριψης.  Μπορεί να αισθανόμαστε αδικημένοι από την κατάφωρη αδικία.  Μόλις κάτω από την επιφάνεια, βράζουμε από την αγανάκτηση εναντίον του προσώπου, των ανθρώπων, ή του συστήματος που έκαναν αυτό σε εμάς.

Πώς, επομένως, το αφήνουμε πίσω μας; Η πρακτική της γνώσης και συναίσθησης (mindfulness) προσφέρει αρκετές χρήσιμες προοπτικές.

1.Είναι προς όφελος μας να το αφήσουμε πίσω μας.

Μας είναι ίσως πιο εύκολο να το αφήσουμε πίσω μας – και, όπου είναι απαραίτητο, να συγχωρήσουμε – όταν αναγνωρίσουμε πόσο πόνο προκαλούμε στον εαυτό μας αν δεν το κάνουμε.  Σε κάποιο επίπεδο μπορεί να γνωρίζουμε ότι οι δυστυχισμένες σκέψεις και συναισθήματα δεν μας κάνουν καλό.  Μας κλέβουν την δυνατότητα να βρίσκουμε ευχαρίστηση στην καθημερινή ζωή.  Μας κλέβουν τον ύπνο, ίσως ακόμη και να εισβάλουν στα όνειρα μας.   Σε βιολογικό επίπεδο, το αρνητικό συναίσθημα διεγείρει κάθε είδους αλλαγές στην παραγωγή ορμονών και νευροδιαβιβαστών – καμία από τις οποίες δεν ευνοεί τη σωματική ευεξία.

Εν τω μεταξύ, το άλλο άτομο, οι άνθρωποι ή το σύστημα είναι ανεπηρέαστοι από τον θυμό ή την δυστυχία μας. Οι πιθανότητες είναι, ότι συνεχίζουν την ζωή τους, αγνοώντας τελείως τις σκέψεις ή τα συναισθήματα μας. 
Επί πλέον, η ανησυχία μας εξαντλεί το μόνο αγαθό που είναι πεπερασμένο – το χρόνο – εμποδίζοντας μας να εστιάσουμε σε πιο θετικές, χρήσιμες, και ευχάριστες δραστηριότητες.

Μόνον στον εαυτό μας προκαλούμε ψυχολογική και σωματική βλάβη με την συνεχιζόμενη εμμονή μας.  Είναι στο συμφέρον μας να αφήσουμε ό,τι έχει συμβεί και να προχωρήσουμε.  Αυτό δεν έχει σε τίποτα να κάνει με νικητές και κερδισμένους.  Ή με το ποιος έχει δίκιο ή άδικο.  Αφορά την φροντίδα της δικής μας ευημερίας.

2.Είμαστε υπεύθυνοι για τα δικά μας συναισθήματα.

Είναι κατανοητό να αισθανόμαστε ότι είμαστε το θύμα, όταν είμαστε εκείνος που έχει καταδικαστεί, παραβιαστεί, προσβληθεί, παραγκωνιστεί, ή μας έχουν κάνει κάποιο άλλο κακό. Είναι όμως σημαντικό, να αναγνωρίσουμε επίσης ότι είμαστε αυτός που κατευθύνει το μυαλό μας – όχι το άλλο άτομο.  Έκανε ό,τι έκανε.  Αλλά αυτό συνέβη τότε, και είμαστε στο τώρα. Δεν μας υποχρεώνει να συνεχίζουμε να το σκεπτόμαστε, να το κλωθογυρίζουμε στο μυαλό μας ή να επιμένουμε σε αυτό. Αυτό είναι επιλογή μας.

Στα μέσα ενημέρωσης βλέπουμε καθημερινά ιστορίες για ανθρώπους που έχουν προσβληθεί από ύβρεις εναντίον της φυλής, της θρησκείας, ή του σεξουαλικού προσανατολισμού με τα οποία ταυτίζονται.  Η θύελλα της οργής και της καταδίκης που ακολουθεί μπορεί να είναι καλοπροαίρετη, αλλά μου φαίνεται ότι ένα θέμα που είναι ζωτικής σημασίας για την ευημερία μας, συχνά αγνοείται εντελώς – το γεγονός ότι το προσβεβλημένο άτομο έχει την απόλυτη ιδιοκτησία των δικών του συναισθημάτων ότι αδικήθηκε.

Η αντίδραση δύο ανθρώπων στην ίδια ακριβώς κατάχρηση μπορεί να είναι τελείως διαφορετική.  Πολλά θα εξαρτηθούν από τις σκέψεις που έχουν σχετικά με το γεγονός, ή πώς το πλαισιώνουν.  Και αυτό θα καθορίσει πώς αισθάνονται.  Έχουμε επιλογή στο πώς σκεπτόμαστε σχετικά με αυτό που μας έχει συμβεί – ή ακόμα και αν καν το σκεπτόμαστε.  Η γνωσιακή/συμπεριφοριστική θεραπεία εστιάζει στις ερμηνείες που δίνουμε στα γεγονότα, προσφέροντας περισσότερες θετικές, και οι οποίες φέρνουν ευτυχία, εναλλακτικές αντί για εκείνες που μας προκαλούν δυστυχία.

Το σημαντικό είναι να αναγνωρίσουμε ότι μπορούμε να βοηθήσουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε – στην πραγματικότητα, είμαστε οι μόνοι που μπορούμε.  Το νόημα, η σημασία και το αποτέλεσμα που οποιοδήποτε εξωτερικό γεγονός έχει σε εμάς αποτελεί δική μας απόφαση.  Είμαστε υπεύθυνοι για τα συναισθήματα μας.  Το τελευταίο άτομο στο οποίο θα έπρεπε να αποδώσουμε ευθύνη για τα δικά μας συναισθήματα είναι το άτομο που μας προκάλεσες τον πόνο.

3. Η επίγνωση και συναίσθηση (mindfulness) είναι το κλειδί στην διαχείριση των συναισθημάτων μας.

Ίσως να σκέπτεστε, «Οι ιδέες αυτές είναι πολύ καλές αλλά δεν ελέγχω τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό μου.  Οι σκέψεις απλά έρχονται και φεύγουν χωρίς καμία ανάμιξη από την πλευρά μου».

Μπορεί να φαίνεται έτσι.  Αλλά όταν εξασκούμαστε στην επίγνωση και συναίσθηση του νου αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε ότι αυτό που συμβαίνει μέσα στο μυαλό μας δεν είναι τόσο τυχαίο όσο μπορεί να φαίνεται.  Ο μόνος λόγος που οι σκέψεις παραμένουν και επανέρχονται είναι επειδή εμείς τις ενεργοποιούμε με την προσοχή μας.  Το μυαλό μας είναι τόσο αμόλυντο από τις σκέψεις που περνούν από αυτό, όσο αμόλυντος είναι και ο ουρανός από τα σύννεφα που περνούν. Κάθε σκέψη που είχαμε ποτέ είναι προσωρινή.  Άσχετα με το πόσο παθιασμένοι έχετε κάποτε υπάρξει με μια σκέψη, δεν είναι στο μυαλό σας αυτήν εδώ την στιγμή.

Η αλήθεια είναι ότι μπορούμε να έχουμε τον έλεγχο του μυαλού μας.  Βήμα-βήμα, μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας τον αρνητικό τρόπο σκέψης και να δώσουμε ένα τέλος στο βασανιστήριο μας. 

 Να μάθουμε να αφήνουμε πίσω μας τις παλιές πληγές, μπορεί να είναι δύσκολο.  Αλλά όχι τόσο δύσκολο όσο να μην μάθουμε να το κάνουμε. 


Του David Michie    

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΜΙΑ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ



Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα ευτυχισμένο, έξυπνο και χαρούμενο κορίτσι που αγαπούσε την ζωή.

Καθώς το κορίτσι μεγάλωνε, πολλές φορές πληγώνονταν, όπου και να πήγαινε δεν ένιωθε ασφαλής, και άρχισε να σκέπτεται ότι δεν ήταν καλή…

Καθώς τα χρόνια περνούσαν έγινε πολύ λυπημένη και θυμωμένη μέσα της, αλλά εξωτερικά προφασίζονταν ότι όλα ήταν εν τάξει.  Άρχισε να κάνει πράγματα που δεν ήταν καλά για το σώμα της – έτρωγε κακές τροφές, ανησυχούσε συνεχώς και ξεχνούσε να τρέχει και να παίζει. Όταν επέστρεφε σπίτι από την δουλειά έκλαιγε γιατί μισούσε την δουλειά της.

Και τότε μια μέρα, αρρώστησε πολύ σοβαρά και ο γιατρός της είπε ότι θα πέθαινε σε έξη μήνες.

Εγκατέλειψε τον εαυτός της, άφησε τη δουλειά της, και πήγε να μείνει σε μια παράγκα, δίπλα σε μια λίμνη για όσες ημέρες της είχαν απομείνει.
Ένα χρόνο αργότερα ο γιατρός της της τηλεφώνησε και εκείνη απάντησε στο τηλέφωνο!

Έμεινε έκπληκτος και την ρώτησε: «Πώς γίνεται και είσαι ακόμα ζωντανή;»
Εκείνη απάντησε: «Ήταν τόσο όμορφα εδώ που υποθέτω ότι ξέχασα να πεθάνω».
Και την στιγμή εκείνη κατάλαβε ότι κατά την διάρκεια του χρόνου που πέρασε είχε μάθει να ζει ξανά. Σταμάτησε να αγχώνεται για τα πάντα και έκανε ειρήνη με τα πράγματα εκείνα από το παρελθόν της που την πλήγωναν. Είδε την ομορφιά στα πάντα γύρω της, αντί για τον φόβο και την ασχήμια.

Επέστρεψε στην χαρά που ήξερε κάποτε όταν ήταν παιδί και σαν αποτέλεσμα το σώμα της έκανε αυτό που ήξερε πάντα πώς να το κάνει, και θεράπευσε τον εαυτό του.
Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία (ακόμα και αν έχει γραφτεί σαν παραβολή για παιδιά).

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ: Η ΚΑΘΡΕΠΤΙΣΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΩΤΗΣΗ



O παππούς μου ήταν άνθρωπος της συνήθειας.  Όταν έβρισκε κάτι που λειτουργούσε γι’ αυτόν, έμενε σε αυτό.  Αυτό μπορεί να εξηγεί πώς αυτός και η γιαγιά μου έμειναν παντρεμένοι για περισσότερο από 50 χρόνια.  Μετά τον θάνατο της, εκείνος ζούσε με τον αδελφό του, η σχέση μου μαζί του άλλαξε.  Αναπτύξαμε μια καλή φιλία και ένα βαθύτερο επίπεδο σύμπνοιας που διήρκεσε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Το αγαπημένο μέρος του παππού για φαγητό ήταν το τοπικό φραντσάϊζ της αλυσίδας fast-food Wendys. Όταν τον επισκεπτόμουν στις διακοπές που επέστρεφα από την δουλειά μου έξω από την πολιτεία, όπως και σε εξαιρετικές περιστάσεις, πάντοτε φρόντιζα να έχω μια ολόκληρη μέρα για να πάρω τον Παππού όπου ήθελε να πάει.  Ήταν η ημέρα που περνούσαμε μαζί, και τον ρωτούσα ξανά και ξανά, «Παππού, που θα ήθελες να περάσεις την ημέρα;» Πάντοτε συνόδευα την ερώτηση με μια λίστα από καλά εστιατόρια και καφετέριες, και όλα τους ήταν κοντά στο σπίτι του στην πόλη.  Ενώ άκουγε προσεκτικά, και στην πραγματικότητα επεξεργάζονταν κάθε επιλογή μέσα στο μυαλό του, η απάντηση του ήταν πάντα η ίδια, και εγώ ήξερα ποια θα ήταν: «Στα Wendys».

Η εκδρομή στα Wendys ήταν υπόθεση ολόκληρης της ημέρας.  Γενικά φτάναμε αργά το πρωί, ακριβώς πριν αρχίσει η φούρια των εργαζομένων για την ώρα του γεύματος που για μια ώρα θα έπρεπε να πηγαινοέρχονται.  Καθόμαστε και τους παρακολουθούσαμε να έρχονται και να φεύγουν μέχρι που είμαστε οι μόνοι που είχαμε μείνει.  Μετά θα άκουγα τις ιστορίες του για το πώς ήταν η χώρα μας κατά την Μεγάλη Ύφεση, ή θα μιλούσαμε για τα προβλήματα της ημέρας και τι αυτά σήμαιναν για το μέλλον του κόσμου.  Καθώς έπεφτε η νύχτα και το πλήθος που είχε μαζευτεί για δείπνο έκανε το εστιατόριο πολύ θορυβώδες για να μπορούμε να μιλάμε, αποτελείωνε το τσήζμπεργκερ και το μπολ με το τσίλι που έτρωγε επί ώρες, και τον γύριζα σπίτι.

Μια μέρα όταν ο Παππούς καθόταν απέναντι μου στο αγαπημένο μας τραπέζι, ξαφνικά έγυρε προς το μέρος μου και σωριάστηκε πάνω στο τραπέζι.  Ήταν τελείως ξύπνιος και είχε τις αισθήσεις του.  Τα μάτια του ήταν καθαρά, μπορούσε να μιλήσει τέλεια, και κατά τα άλλα, όλα τα άλλα έμοιαζαν να είναι εν τάξει.  Απλά, δεν μπορούσε να καθίσει όρθιος στην καρέκλα του.  Ήταν εκείνη την ημέρα στα Wendys που ανακαλύψαμε ότι ο Παππούς είχε αναπτύξει μιαν ασθένεια στα 80 του η οποία συχνά παρουσιάζεται στις γυναίκες στα 30 τους.

Ονομάζεται βαριά μυασθένεια, και γίνεται αντιληπτή όταν το σώμα του ανθρώπου γίνεται ανίκανο να ανταποκριθεί στην πρόθεση του ατόμου να κινήσει τους μυς, να σταθεί όρθιο, ή ακόμα και να κάνει κάτι τόσο απλό όσο να κρατήσει το κεφάλι του όρθιο.  Ιατρικά, ορίζεται ως αυτοάνοση διαταραχή η οποία παρουσιάζεται όταν η ουσία η οποία κανονικά μεταφέρει τις οδηγίες μεταξύ των νεύρων ενός ανθρώπου και των μυών (η ακετυλχολίνη) απορροφάται από μία ιδιαίτερη χημική ουσία – η οποία παράγεται από το ίδιο το σώμα του ατόμου.

Έτσι, ενώ ο παππούς μου μπορούσε να σκεφτεί μια σκέψη η οποία διέταξε το σήμα του να «σταθεί όρθιο», για παράδειγμα, και ο εγκέφαλος του έστελνε το σήμα της σκέψης αυτής στο σώμα, οι μύες δεν μπορούσαν να το λάβουν.  Η χημική ουσία «επισκίαζε» το σήμα. Με άλλα λόγια, ο παππούς μου είχε αναπτύξει μια κατάσταση κατά την οποία το σώμα του λειτουργούσε εναντίον του εαυτού του σε ένα πεδίο μάχης μεταξύ δύο αντίθετων τύπων χημείας – μίας η οποία παρήγαγε όλα όσα χρειάζονταν για να λειτουργήσει κανονικά, και μια άλλη η οποία εμπόδιζε αυτές τις λειτουργίες από το να συμβούν.  Μεταξύ των επισκέψεων μου, περνούσα όσο περισσότερο χρόνο μπορούσα με τον παππού μου και προσπαθούσα να τον βοηθήσω να τα βγάλει πέρα με την εμπειρία του ενώ μάθαινα σχετικά με την κατάσταση του.

Κατά τον χρόνο που περνούσαμε μαζί, ανακάλυψα κάτι πολύ ενδιαφέρον για την ζωή του και την ιστορία της χώρας μας – κάτι που πιστεύω ότι είχε άμεση σχέση με την κατάσταση του.  Κατά την διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, ο παππούς ήταν σε νεαρή ηλικία και εργαζόταν σε ένα μεγάλο παντοπωλείο.  Αν έχετε ποτέ μιλήσει με ανθρώπους που έζησαν εκείνη την περίοδο, προφανώς γνωρίζετε τα σημάδια που η εμπειρία άφησε στη ζωή τους.  Μέσα σε μια νύκτα, τα πάντα άλλαξαν: Η οικονομία σταμάτησε, τα εργοστάσια σταμάτησαν να λειτουργούν, τα καταστήματα έκλεισαν, το φαγητό ήταν λιγοστό, και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να θρέψουν τις οικογένειες τους. Ο παππούς μου ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους.

Ενώ είχε κάνει τα πάντα που ήταν ανθρωπίνως δυνατό να φέρνει φαγητό στο σπίτι για την νέα του σύζυγο και την υπόλοιπη οικογένεια η οποία ζούσε μαζί τους, και το είχε κάνει σχετικά καλά, μέσα στο μυαλό του πίστευε ότι είχε αποτύχει.  Και μέσα στην καρδιά του ένιωθε ένοχος για την αποτυχία του.  Ένιωθε ντροπή που είχε αποτύχει σαν σύζυγος, γιός, γαμπρός, και φίλος.


Πριν πεθάνει, θυμάμαι ότι είχα ρωτήσει τον παππού μου σχετικά με την Ύφεση και την εμπειρία του.  Και θυμάμαι την λύπη που γέμισε το πρόσωπο του καθώς ξέσπασε σε κλάματα και μου είπε την ιστορία.  Ήταν ακόμη τόσο φρέσκια μέσα στο μυαλό του, τόσο παρούσα μέσα στην καρδιά του, και τόσο πολύ μέρος της ζωής του, ακόμη και μετά από περισσότερα από 60 χρόνια.

Στο μυαλό μου, η σύνδεση ήταν φανερή.  Ο παππούς μου δεν περιέγραφε μια περαστική αίσθηση ανεπάρκειας για την ζωή του σε μια προηγούμενη περίοδο.  Περιέγραφε μια τεράστια αίσθηση μιας χρόνιας και ανεπίλυτης ενοχής που ένιωθε στο παρόν.  Την έτρεφε όλα αυτά τα χρόνια, και αυτή είχε τελικά σωματοποιηθεί ως η σωματική του εμπειρία.  Η σύνδεση ήταν φανερή γιατί η πεποίθηση είναι ένας κώδικας, και τα συναισθήματα της πεποίθησης αποτελούν τις διαταγές της.

Η χρόνια αίσθηση της ανημπόριας που ο παππούς μου είχε εργαστεί τόσο σκληρά να καταπιέσει – η υποσυνείδητη πεποίθηση ότι ήταν ανήμπορος – έγινε η κυριολεκτική έκφραση του σώματος του.  Μέσω της σχέσης του νου και του σώματος του, ο σωματικός εαυτός του αναγνώρισε τις πεποιθήσεις του σαν μια ασυνείδητη εντολή και επιδέξια παρήγαγε την χημεία που τους ταίριαζε.  Κυριολεκτικά, το σώμα του έγινε η ανημπόρια της πεποίθησης του.  Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ για να ανακαλύψω γιατί η κατάσταση φάνηκε ότι εμφανίστηκε τόσο ξαφνικά και σε τόσο πολύ προχωρημένο στάδιο στην ζωή του.

Όχι πολύ πριν την εμφάνιση της, η σύζυγος του παππού μου, η γιαγιά μου, είχε νοσηλευτεί στο νοσοκομείο για καρκίνο που γρήγορα της αφαίρεσε την ζωή.  Κατά την διάρκεια της αρρώστιας της, χρειάστηκε να νοσηλευτεί και ο ίδιος ο παππούς μου, ο οποίος για μια ακόμη φορά ένιωσε ότι ήταν ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε για την γυναίκα που είχε αγαπήσει για πάνω από 50 χρόνια.  Για μένα, η σχέση μεταξύ του θανάτου της γιαγιάς μου και της ξαφνικής εμφάνισης της ασθένειας του παππού μου ήταν πολύ μεγάλη για να είναι σύμπτωση.  Ήταν η αφορμή που έφερε όλες τις παλιές αναμνήσεις της ανεπάρκειας από την Μεγάλη Ύφεση στο παρόν.

Δυστυχώς, η σχέση μεταξύ νου και σώματος δεν αποτελούσε μέρος της εκπαίδευσης που είχε λάβει το ιατρικό προσωπικό που τον φρόντισε εκείνη την εποχή.  Για εκείνους, η κατάσταση του ήταν μόνον σωματική, αν και σπάνια για έναν άντρα της ηλικίας του, και ως τέτοια την χειρίστηκαν.  Κάθε μέρα για το υπόλοιπο της ζωής του, ο παππούς μου έπαιρνε 14 διαφορετικά φάρμακα να καταπραϋνει τα συμπτώματα και τις ανεπιθύμητες παρενέργειες που φαινόταν να συνδέονται με την πεποίθηση του ότι ήταν ανήμπορος να βοηθήσει εκείνους που αγαπούσε. Ενώ γνωρίζω ότι αυτή δεν θα ήταν ποτέ η επίσημη ιατρική διάγνωση, οι σχέσεις είναι πάρα πολύ ξεκάθαρες και οι μελέτες πολύ πειστικές για να υποθέσουμε ότι η ασθένεια του απλά «συνέβη».

Η δύναμη των πεποιθήσεων μας μπορούν να λειτουργήσουν προς κάθε κατεύθυνση, να στηρίξουν την ζωή ή να την αρνηθούν.  Όσο γρήγορα μπορούν οι ασυνείδητες πεποιθήσεις μας να δημιουργήσουν τις συνθήκες που βρήκαμε στην προηγούμενη ιστορία με τον σύζυγο της συναδέλφου μου, μπορούν να αντιστρέψουν εκείνες που απειλούν την ίδια την ζωή.  Αυτό που κάνει αυτήν την δυνατότητα τόσο ελκυστική είναι ότι οι πεποιθήσεις μας μπορούν να αλλάξουν εσκεμμένα, μέσα σε μια στιγμή.  Το κλειδί είναι να νιώσουμε ότι είναι πραγματικές παρά απλά να νομίζουμε, ελπίζουμε, ή ευχόμαστε ότι θα πραγματοποιηθούν στην ζωή μας.  Με αυτόν τον τρόπο, οι προσωπικές μας πεποιθήσεις μπορούν να ξεπεράσουν τις συνειδητές που έχουν αυτοί που εμπιστευόμαστε, όπως οι γιατροί και οι φίλοι.  Μερικές φορές το μόνο που χρειαζόμαστε είναι κάποιος άλλος να μας υπενθυμίσει ότι αυτό είναι δυνατόν.

Τελικά, το κλειδί για να αλλάξουμε τις πιο περιοριστικές μας πεποιθήσεις μπορεί να βρίσκεται στο να θεραπεύσουμε την πιο στενή σχέση μας σε αυτόν τον κόσμο: αυτή που αναγνωρίζουμε μεταξύ ημών και των κυριοτέρων δυνάμεων που κάνουν τον κόσμο μας αυτό που είναι – του «φωτός» και του «σκότους».  Είναι οι βαθύτερες, και συχνά ασυνείδητες πεποιθήσεις μας σχετικά με τις δυνάμεις αυτές που εκφράζονται με θετικούς ή αρνητικούς για την ζωή τρόπους.


(Απόσπασμα από το βιβλίο του Gregg Braden, “The Spontaneous Healing of Belief: Shattering the paradigm of false limits”)