Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΚΟΥΤΑΒΑΚΙΑ



Ένας καταστηματάρχης είχε κρεμασμένη μια πινακίδα πάνω από την πόρτα του μαγαζιού του που έγραφε «πωλούνται κουταβάκια».  Τέτοιου είδους πινακίδες συνήθως προσελκύουν μικρά παιδιά και, όπως ήταν επόμενο, ένα αγοράκι εμφανίστηκε σύντομα μπροστά στην πόρτα του καταστήματος.  «Πόσο θα τα πουλήσετε αυτά τα κουταβάκια;» ρώτησε.

«Από τριάντα μέχρι πενήντα δολάρια το καθένα», του απάντησε ο καταστηματάρχης.

Το αγοράκι έβαλε το χέρι του στην τσέπη κι έβγαλε κάτι ψιλά.  «Έχω μόνο δύο δολάρια και τριανταεπτά σέντς», είπε.  «Σας παρακαλώ, μου επιτρέπετε να τα δω;»

Ο καταστηματάρχης χαμογέλασε και μετά σφύριξε.  Αμέσως η Λέϊντι βγήκε από το σπιτάκι της κι ήρθε τρέχοντας στο διάδρομο του καταστήματος, ακολουθούμενη από πέντε μικρούτσικες γούνινες μπάλες.  Ένα από τα κουταβάκια, που είχε μείνει πολύ πίσω, προχωρούσε με δυσκολία και κουτσαίνοντας.  Ο μικρός πρόσεξε αμέσως το σκυλί που κούτσαινε και ρώτησε: «Τι έχει εκείνο το σκυλάκι;»

Ο καταστηματάρχης του εξήγησε ότι ο κτηνίατρος εξέτασε το κουταβάκι και βρήκε ότι δεν είχε άρθρωση στο γοφό, κι ότι θα κουτσαίνει για πάντα.  Το αγοράκι έδειξε ν’ αναστατώνεται.  «Αυτό το κουταβάκι θέλω ν’ αγοράσω».

«Όχι», είπε ο καταστηματάρχης, «δεν είναι δυνατό να θέλεις ν’ αγοράσεις αυτό το σκυλάκι.  Αν πραγματικά το θέλεις, όμως, θα σου το χαρίσω».

Το παιδί στενοχωρήθηκε πολύ.  Κοίταξε τον καταστηματάρχη κατευθείαν στα μάτια και κουνώντας το δάχτυλό του προς το μέρος του είπε:  «Δε θέλω να μου το χαρίσετε.  Αυτό το σκυλάκι αξίζει ακριβώς όσο όλα τα άλλα και θα πληρώσω την τιμή του στο ακέραιο.  Θα σας δώσω δύο δολάρια και τριανταεπτά σεντς τώρα και 50 σεντς το μήνα, μέχρι να ξοφλήσω».

Ο καταστηματάρχης αντέτεινε: «Δεν είναι δυνατό να θέλεις ν’ αγοράσεις αυτό το σκυλάκι.  Ποτέ δεν πρόκειται να μπορέσει να τρέξει, να πηδήξει και να παίξει μαζί σου όπως τα άλλα κουταβάκια».

Και τότε το αγοράκι έσκυψε και τύλιξε το μπατζάκι του παντελονιού του προς τα πάνω, αποκαλύπτοντας ένα πολύ στρεβλό, ανάπηρο αριστερό πόδι που το στήριζε ένα μεταλλικό στήριγμα.  Γύρισε προς τα πάνω και κοίταξε πάλι τον καταστηματάρχη.  «Όπως βλέπετε, δεν τρέχω κι εγώ πολύ και το σκυλάκι θα χρειαστεί κάποιον που θα το καταλαβαίνει», είπε ήρεμα.


Dan Clark