Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ



«Η ζωή δεν είναι ζήτημα χιλιομέτρων αλλά δευτερολέπτων».

                                                        Rose Kennedy


Όταν ο Τζέφ και εγώ παντρευόμασταν, ένα συννεφιασμένο Σάββατο πριν από 16 χρόνια, δεν είχε περάσει καθόλου από το μυαλό μας ότι θα ερχόταν μια μέρα που εκείνο το Σάββατο θα έμοιαζε πολύ μακρινό.  Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, έχουμε ζήσει σε οχτώ διαφορετικές πόλεις και αποκτήσαμε τρία παιδιά.  Βρισκόμαστε στο τρίτο μπουκάλι σάλτσας Ταμπάσκο και μόλις έσκισα το τελευταίο από τα σεντόνια που μας είχαν κάνει δώρο στο γάμο μας για να φτιάξω πανιά για το καθάρισμα.  Δυστυχώς τα περισσότερα από τα απαίσια έπιπλα, χρώματος μπεζ που είχαμε τότε αγοράσει, ζούσαν ακόμα.  Το νυφικό μου κρέμεται στο βάθος της ντουλάπας μου.  Μπορώ ακόμα να το κουμπώσω (αρκεί να μην είμαι μέσα).  Έχουμε αλλάξει τέσσερα αυτοκίνητα (κανένα καινούριο) και στη σχέση μας ζήσαμε πολλά σκαμπανεβάσματα.

Μια μέρα είναι  πιο έντονη στις αναμνήσεις μου.  Ζούσαμε μακριά, ανατολικά, και είχαν έρθει να μας επισκεφτούν οι δικοί μου.  Επειδή ήμασταν απένταροι και εξουθενωμένοι νέοι γονείς, ο μπαμπάς και η μαμά μας πρόσφεραν τα έξοδα παραμονής μιας εβδομάδας σε ένα παραλιακό σπίτι στην ακτή του Τζέρσι.  Η προσφορά έπεσε βαριά στον εγωισμό του Τζέφ, εγώ ήμουν σε έξαλλη κατάσταση και έτσι με αφορμή μια παρτίδα Μονόπολη, καβγαδίσαμε άγρια.  Βγήκε έξω από το σπίτι και διέσχισε την παραλία.  Δυο ώρες μετά, ενώ εγώ τον περίμενα στην παραλία, εμφανίστηκε από τον Ατλαντικό άσχημα ηλιοκαμένος, κουβαλώντας ένα στρώμα θαλάσσης.
«Που είναι η βέρα σου;» τον ρώτησα.
Αυτός κοίταξε το χέρι του έκπληκτος.  Το δάχτυλο του είχε μαζέψει από το κρύο νερό όπως κωπηλατούσε.  Η βέρα γλίστρησε και ήταν κάπου εκεί, έξω, μαζί με τις θαλάσσιες ανεμώνες.  Άρχισα να κλαίω.
«Βγάλε τη βέρα σου και πέταξε την στον ωκεανό», με παρακάλεσε ο Τζεφ.
«Γιατί στο καλό να πετάξω χρυσάφι, τη στιγμή που δεν έχουμε λεφτά για βενζίνη να γυρίσουμε στο σπίτι μας;» του φώναξα.
«Επειδή και οι δύο βέρες μας θα είναι μαζί, έξω, στον ωκεανό».

Η πρακτικότητα νίκησε τη μεγαλοψυχία και την ποιητική μας έξαρση, γι’ αυτό και φοράω τη βέρα μου ακόμα και τώρα.  Παρ’ όλα αυτά, αυτή η ανάμνηση με βοήθησε να αντέξω κάποιες εποχές που ήταν κάθε άλλο παρά ρομαντικές.
Όταν έρχεται η επέτειος του γάμου μας, θυμάμαι εκείνη την ημέρα στην παραλία.  Και σκέφτομαι εκείνα που είπε ο μακαρίτης Τσάρλι Μακ Άρθουρ στην Έλεν Χέιζ όταν τη γνώρισε σε ένα πάρτι.  Της έδωσε μια χούφτα φιστίκια και είπε, «Εύχομαι να ήταν σμαράγδια».
Παντρεύτηκαν και έζησαν πολύ ευτυχισμένοι.  Όταν ο Μακ Άρθουρ ήταν το τέλος της ζωής του της έδωσε μια χούφτα σμαράγδια και της είπε, «Εύχομαι να ήταν φιστίκια».
Και εγώ το ίδιο.

 

                                          Rebecca Christian